αμύγδαλο


αμύγδαλο
[амигдало] ουσ. о. миндаль.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμύγδαλο" в других словарях:

  • αμύγδαλο — και μύγδαλο, το (Α ἀμύγδαλον) ο καρπός τής αμυγδαλιάς αρχ. το δέντρο αμυγδαλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < Παράλληλος τ. τής λ. αμυγδάλη*. ΠΑΡ. αρχ. ἀμυγδαλώδης μσν. ἀμυγδαλίτσι νεοελλ. αμυγδαλάδα, αμυγδαλάκι, αμυγδαλάτος, αμυγδαλένιος, αμυγδαλικός,… …   Dictionary of Greek

  • αμυγδαλές — Λεμφικά όργανα που αποτελούνται από λεμφοζίδια όμοια με αυτά των λεμφαδένων·οι σπουδαιότερες κατασκευές του τύπου αυτού είναι εκείνες που περιβάλλουν το αρχικό τμήμα των αεροφόρων οδών και σε αυτές αναφέρεται συχνότερα o όρος α. Ο βλεννογόνος του …   Dictionary of Greek

  • αμυγδαλιά — Καρποφόρο δέντρο της οικογένειας των ροδιδών (δικότυλα). Τυπικό μεσογειακό δέντρο, η α. είναι πιθανότατα ιθαγενής της Μ. Ασίας και φαίνεται ότι η καλλιέργειά της διαδόθηκε στις άλλες μεσογειακές χώρες από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Στην… …   Dictionary of Greek

  • αμυγδαλάκι — και μυγδαλάκι, το (υποκοριστικό τής λέξης αμύγδαλο) μικρό αμύγδαλο …   Dictionary of Greek

  • αμυγδαλώδης — ἀμυγδαλώδης, ες (Α) αμυγδαλοειδής, όμοιος με αμύγδαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < αμύγδαλο + παραγ. κατάλ. ώδης*] …   Dictionary of Greek

  • τσίγδαλο — το, Ν νωπό αμύγδαλο, τσάγαλο. [ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. τσάγαλο, κατ επίδραση τού αμύγδαλο] …   Dictionary of Greek

  • Amygdala — Position der Amygdalae im menschlichen Gehirn. Ansicht von unten Die Amygdala (latinisiert aus griechisch αμύγδαλο, „Mandel“, abgeleitet von altgriechisch ἀμύγδαλον amygdalon, „Mandel“, bezogen auf die so bezeichnete Frucht[1]) ist ein …   Deutsch Wikipedia

  • -άδα — (I) παραγωγική κατάληξη από αρχαία ουσιαστικά σε άς, άδος. Στα παράγωγα αυτά η κατάληξη τής αιτιατικής επεκτάθηκε αναλογικά στην ονομαστική, όπως: αγελάς την αγελάδα η αγελάδα, η φορβάς την φορβάδα η φορ(β)άδα, η κοιλάς την κοιλάδα η κοιλάδα κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • Μυκηρόδις — Μυκηρόδις, ἡ (Α) επίκληση τής Αφροδίτης σε επιγραφή τής Κύπρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πιθ. συνδέεται με μύκηρος «αμύγδαλο»] …   Dictionary of Greek

  • αθάσι — και θάσιο και θιάσο, το 1. είδος αφράτων αμυγδάλων 2. νωπό αμύγδαλο 3. εκχύλισμα αμυγδάλων, αθασόγαλο, σουμάδα. [ΕΤΥΜΟΛ. < α προθεματικό + θάσιον, τo < θάσιος «τής νήσου Θάσου» < Θάσος. ΠΑΡ. αθασία, αθασούδι, αθασωτός. ΣΥΝΘ. αθασόγαλο,… …   Dictionary of Greek